Από σήμερα ξεκινάμε από τις σελίδες του Οικολογία-Δασολογία μια σειρά άρθρων που έχουν σχέση με όλο το θέμα των δασικών πυρκαγιών «πρόληψη, καταστολή, μεταπυρική διαχείριση». Επιθυμία μας είναι τα άρθρα αυτά να αποτελέσουν το έναυσμα συζήτησης, να λυθούν απορίες, να κατατεθούν προτάσεις και ιδέες και γενικά να καταλήξουμε σε συμπεράσματα στο τι γίνεται σωστά και τι λάθος για να προτείνουμε διορθώσεις.
1ο μέρος πρόληψη. Η αναγκαιότητα δημιουργίας ενιαίας κεντρικής πολιτικής στην πρόληψη των δασικών πυρκαγιών
Επικρατούσα κατάσταση στο σχεδιασμό πρόληψης των δασικών πυρκαγιών.
Στη χώρα μας το πρόβλημα της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών εδώ και δεκαετίες στηρίζεται στη φιλοσοφία, κυρίως της μείωσης της καύσιμης ύλης και τη δημιουργία περισσότερων εμποδίων στη φωτιά, όταν αυτή εκδηλωθεί, στην οργάνωση εκ των προτέρων των μέσων και των δυνάμεων καταστολής και στη μείωση του χρόνου επισήμανσης και πρώτης προσβολής. Παρόλη την καλή διάθεση και την τεράστια προσπάθεια των εμπλεκομένων υπηρεσιών γνωρίζουμε όλοι ότι τα αποτελέσματα όχι μόνο δεν είναι ικανοποιητικά, αλλά πολλές φορές γίνονται τραγικά. Στα δάση μας ξανασυγκεντρώνονται κάθε χρόνο τεράστιες ποσότητες καύσιμης ύλης (ξύλα, βελόνες, ρητίνες, αιθέρια έλαια κ.λ.π.), που θα πρέπει να μας κάνει ακόμη περισσότερο ανήσυχους. Όσο πλήρεις και να είναι οι σχεδιασμοί και οι προγραμματισμοί θα υπάρχουν πάντα αρκετές ημέρες του χρόνου, που οι καιρικές συνθήκες θα είναι τέτοιες, ώστε ούτε και οι πλέον προηγμένες τεχνολογικά δασοπυροσβεστικές υπηρεσίες να μπορούν να τις ελέγξουν (συμβαίνει στην μεσογειακή κλιματική ζώνη της Αμερικής, της Αυστραλίας κ.λ.π.). Από τη στιγμή που θα ξεσπάσει η φωτιά ο έλεγχός της, εξαρτάται από δεκάδες παράγοντες που θα επηρεάσουν την εξέλιξή της (χρόνος εντοπισμού, χρόνος πρώτης προσβολής, προσβασιμότητα, ανάγλυφο, διαθέσιμο νερό, είδος καύσιμης ύλης, διαθέσιμο προσωπικό κ.λ.π.).
Στη χώρα μας όσοι ασχολήθηκαν μέχρι τώρα με την πρόληψη των δασικών πυρκαγιών, δέχθηκαν a priori ότι τις φωτιές τις προκαλούν εκούσιοι εμπρηστές και επομένως αφού είναι μη ελεγχόμενοι, κάθε προσπάθεια μείωσης των επεισοδίων θεωρείται αναποτελεσματική. Έτσι ο όρος πρόληψη περιορίσθηκε σε αποσπασματικές ενέργειες κυρίως των περιφερειακών Δασικών Υπηρεσιών και αφορούν διαχειριστικά μέτρα, όπως απομάκρυνση του υπορόφου, αραιώσεις, εμπλουτισμό των δασών με δύσφλεκτα είδη ή γίνονται διάφορες κατασκευές, όπως διάνοιξη αντιπυρικών ζωνών, βελτίωση των δρόμων προσπέλασης, δημιουργία ομβροδεξαμενών, πυροφυλακίων κ.λ.π. Στα σχέδια πρόληψης των δασικών πυρκαγιών ο άνθρωπος ως ακούσιος εμπρηστής δεν συμπεριλήφθηκε σχεδόν ποτέ. Αν συνέβαινε αυτό σήμερα θα υπήρχαν μαθήματα στα σχολεία, σεμινάρια για ενήλικους, διαλέξεις και κατάλληλη ενημέρωση των πολιτών όλων των ηλικιών για την αποφυγή πρόκλησης πυρκαγιάς από αμέλεια.
Ακόμη όμως και σε αυτά τα αποσπασματικά μέτρα, ο βαθμός ενεργειών προς αυτή την κατεύθυνση και η αποτελεσματικότητά τους, είναι απόλυτα συνδεδεμένος με την ικανότητα, το μεράκι, τις γνώσεις, τα μέσα και τις πιστώσεις που διαθέτουν οι επιφορτισμένοι υπάλληλοι των διαφόρων περιφερειακών δασαρχείων. Τα πάντα εξαρτώνται από την απόδοση μιας Υπηρεσίας που ενώ πραγματοποίησε θαύματα, διατηρώντας σε μεγάλο βαθμό τα δάση, κατά τη διάρκεια δύο παγκοσμίων πολέμων, εμφυλίων σπαραγμών και της σύγχρονη επέλασης των καταπατητών, εν τούτοις απαξιώθηκε από το κράτος και τους πολίτες του, θεωρήθηκε υπαίτιο για την ανθρώπινη αδυναμία ελέγχου των φυσικών φαινόμενων, δεν προστατεύθηκε από τα Πανεπιστημιακά και τα Ερευνητικά Ιδρύματα και τελικά οδηγήθηκε στο σημερινό μαρασμό και την κούραση που προκαλεί η απογοήτευση, της μη αναγνώρισης και της άδικης συμπεριφοράς.
Ένα άλλο πρόβλημα στους σχεδιασμούς πρόληψης είναι η ουσιαστική απώλεια συσσωρευμένης εμπειρίας. Το χρονικό κενό που δημιούργησε η καθυστέρηση κάλυψης με αναγκαίο προσωπικό των δασαρχείων, προκάλεσε ένα μεγάλο χάσμα μεταλαμπάδευσης γνώσης και εμπειρίας από τους παλιότερους προς τους νεώτερους. Έτσι τον όποιο σχεδιασμό της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών καλούνται να υλοποιήσουν από τη μια οι έμπειροι, αλλά ουσιαστικά αποστρατευμένοι δασολόγοι που υποχρεώθηκαν να αναλώσουν την καριέρα τους όχι στη διαχείριση, αλλά στην αστυνόμευση των δασών και από την άλλη οι άπειροι νέοι συνάδελφοι, που πρόκειται να προσληφθούν σύντομα, οι οποίοι μπορεί να έχουν μεράκι, αλλά θα στερούνται της εμπειρίας.
Το χειρότερο όλων είναι ότι ακόμη και έτσι οι σχεδιασμοί γίνονται κάτω από τρομακτικές πιέσεις της κοινής γνώμης, η οποία ενημερώνεται για τα θέματα των δασικών πυρκαγιών, όχι από το επίσημο κράτος, και τους λειτουργούς του, αλλά από τα διάφορα ΜΜΕ. Είναι εύκολο να διαπιστώσει κάποιος ότι σε μια πυρόπληκτη χώρα όπως η δική μας δεν υπάρχει σχεδιασμός επιστημονικής ενημέρωσης των πολιτών σε θέματα πρόληψης, καταστολής των δασικών πυρκαγιών, ούτε και ενημέρωση για τις ανάγκες της μεταπυρικής διαχείρισης των καμένων δασικών εκτάσεων. Η μεταφορά γνώσης γίνεται από αδαείς καλλιτέχνες, πολιτικούς, νομικούς, ιερείς και διάφορους αργόσχολους που μας ταλαιπωρούν μόνιμα και επί παντός επιστητού από τα παράθυρα των καναλιών. Η παραπληροφόρηση οδήγησε στην επικρατούσα αντίληψη ότι πίσω από κάθε φωτιά βρίσκεται και ένας κακόβουλος εμπρηστής. Οι πυρκαγιές της Αττικής οφείλονται σε καταπατητές, οι φωτιές των αιγαιοπελαγίτικων νησιών σε πράκτορες άλλων χωρών που επιβουλεύονται τον τουρισμό μας, οι πυρκαγιές των παραλιακών δασών μας σε αποσταθεροποιητές της πολιτικής μας ζωής κ.λ.π. Και η ιδέα αυτή πέρασε σήμερα σε ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, βολεύοντας το Δήμαρχο διότι απαλλάσσεται η χωματερή του, τις δασοπυροσβεστικές υπηρεσίες για την φαινομενικά χαμηλή απόδοσή τους, τις κυβερνήσεις για τις μειωμένες πιστώσεις κ.ο.κ.
Κανείς δεν μπορεί να ισχυρισθεί, ότι δεν υπάρχουν εκούσιοι εμπρηστές. Όμως η διαρκής επίκληση τους δημιούργησε μεγάλα προβλήματα και συνετέλεσε στην κατακόρυφη αύξηση των δασικών πυρκαγιών από αμέλεια. Σήμερα και ο τελευταίος πολίτης είναι πεπεισμένος ότι εφόσον ο ίδιος δεν έχει πρόθεση να κάψει το δάσος, δεν έχει και τον τρόπο να το κάνει. Όλοι μας πιστεύουμε ότι για να προκαλέσεις πυρκαγιά, πρέπει να είσαι επαγγελματίας εμπρηστής. Πρέπει να γνωρίζεις το είδος της καύσιμης ύλης και την τοπογραφία, να έχεις την πρόγνωση του καιρού και να διαθέτεις υπερσύγχρονους εμπρηστικούς μηχανισμούς. Έτσι σήμερα μετατραπήκαμε στην εφησυχάζουσα κοινωνία που δεν προσέχει, ούτε που πετά το αναμμένο τσιγάρο. Μπορεί κάποιος να καίει τα χόρτα στην αυλή του σπιτιού του, σε ημέρες υψηλού κινδύνου, χωρίς κανείς να του κάνει παρατήρηση, αλλά να θεωρηθεί και να κατηγορηθεί ως ύποπτος εμπρησμού επειδή κάποτε η πολιτεία του έδωσε τίτλους κυριότητας σε εκτάσεις που σήμερα αποτελούν τμήματα περιαστικών δασών.
Πρόληψη του ξεκινήματος της φωτιάς.
Στην πραγματικότητα τα διαχειριστικά μέτρα και οι διάφορες κατασκευές από μόνα τους δεν αποτελούν πρόληψη, αλλά απλά μειώνουν την ταχύτητα επέκτασης της φωτιά, μετά το άναμμα της. Εάν αυτά τα μέτρα αποτελούσαν πρόληψη, τότε τα πολύ καλά προστατευμένα επώνυμα περιαστικά δάση δεν θα έπρεπε να καίγονται, τουλάχιστον τόσο συχνά.
Σήμερα σε πολλές πυρόπληκτες χώρες το βάρος των σχεδιασμών της πρόληψης των δασικών πυρκαγιών εστιάζεται κυρίως στην προσπάθεια να μην ανάψει το σπίρτο και δίνουν μεγάλη έμφαση της προσπάθειας πρόληψης προς αυτή την κατεύθυνση. Το άναμμα του σπίρτου γίνεται από τον άνθρωπο και στόχος της προσπάθειάς τους είναι η ενημέρωση των πολιτών σε θέματα που έχουν σχέση με τους ακούσιους εμπρησμούς.
Είναι αλήθεια ότι και στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια έγιναν ορισμένες προσπάθειες από διάφορες υπηρεσίες για ενημέρωση των πολιτών σε θέματα πρόληψης δασικών πυρκαγιών. Όμως η αποσπασματική ενημέρωση των διαφόρων υπουργείων τις περισσότερες φορές έφερε μόνο σύγχυση και μερικές φορές και εκνευρισμό. Για παράδειγμα όταν το 2000 η Ελλάδα καίγονταν από άκρη σε άκρη στα κανάλια της τηλεόρασης έπαιζαν σποτάκια που ενημέρωναν απελπισμένους πολίτες που έχασαν τις περιουσίες τους στις φλόγες, πόσους υπολογιστές ή πόσα οχήματα διαθέτει η Πυροσβεστική Υπηρεσία και πόσο καλά εκπαιδεύεται το προσωπικό της. Στη συνέχεια βγήκαν σποτάκια που παρότρυναν τον κόσμο να αγαπήσει τα δάση, γιατί έτσι αυτά θα σωθούν, λες και υπάρχουν άνθρωποι που να μισούν τα δάση. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί ότι αυτές οι προσπάθειες έγιναν με αγαθή πρόθεση, όμως δυστυχώς απουσίαζε η απαραίτητη γνώση και η ευαισθησία. Μερικές από αυτές ήταν μειωτικές για την αντίληψη των πολιτών και αδικούσαν την Πυροσβεστική Υπηρεσία, η οποία την ίδια περίοδο έκανε τιτάνιο αγώνα σε μια άνιση μάχη με τις φλόγες σε ολόκληρη επικράτεια.
(Συνεχίζεται).
Παύλος Κωνσταντινίδης

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου